Τον Ιούνη του ’50

Χρήστος Μοσχονάς_salos.gr

Του Χρήστου Μοσχονά*

Τον Ιούνη του 50 άρχισε σταδιακά η κατάργηση του οργανισμού Μακρονήσου. Εκεί πάνω βρισκόντουσαν όσοι για τις αρχές του τόπου έχριζαν πολιτικής, κοινωνικής και εθνικής αναμόρφωσης.
Απόσπασμα από την τριλογία του Αλμυρά.

< Έχει πάρει πια το δρόμο της επιστροφής για το θάλαμο. Το φεγγάρι στεκόταν μεσούρανα. Δυο βήματα έμεναν να φτάσει στο πρέκι και να διαβεί την πόρτα, όταν τον άκουσε.
-Ε, ψιτ, που πας; Είμαι το άλτερ έγκο σου. Στάσου μην μπαίνεις μέσα.
-Είπα και εγώ ότι απόψε την σκαπουλάρει από σένα. Ότι μιας και έγινε πια το δικό σου απόψε θα με άφηνες ήσυχο. Ειδικά απόψε.
-Όχι γιατί ειδικά απόψε θέλω να σου πω και να σου αποδείξω πως ότι στην αρχή του φαντάζει μεγάλο μετά χάνει, φθίνει, μικραίνει και πρέπει έτσι να το βλέπεις. Μικρό.
-Τί θες να πεις;
-Θυμάσαι πριν μερικές ώρες το φεγγάρι στην ανατολή του; Δεν σου φάνηκε φωτεινό και μεγάλο;
-Γατί με ρωτάς αφού και εσύ είσαι εγώ.
-Γύρνα και ξανακοίταξέ το. Σήκωσε τώρα το χέρι σου προς αυτό. Ε, όχι το αριστερό. Το δεξί. Μπράβο. Φέρε τώρα παράλληλο τον δείκτη με τον αντίχειρα. Όχι έτσι μωρέ, με τον δείκτη από πάνω. Ωραία. Κλείσε τώρα το ένα μάτι και με το άλλο στόχευσε να βάλεις το φεγγάρι μέσα στη ρωγμή των δακτύλων. Έτσι, καλά το κάνεις. Για δες, ολάκερο χώρεσε στη χαραμάδα των δακτύλων σου. Ναι ή όχι; Ότι λοιπόν φαίνεται μεγάλο γίνεται να φαίνεται και μικρό. Ξέρεις γιατί στο λέω. Τόση κουβέντα κάναμε. Τόσους ομηρικούς καυγάδες.
-Ωραία, θες τίποτε άλλο;
-Ναι, να θυμάσαι ότι στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής σου είμαστε μαζί.
-Δεν το θυμάμαι καθαρά, δεν το νομίζω.
-Τότε λοιπόν θα σου θυμίσω εγώ. Αγίου Πνεύματος, Αργυρώ, χορός.
Σαν να τον διαπέρασε ρεύμα. Στα μάτια του ένοιωσε εκείνη τη γλύκα από το συναίσθημα ζεστασιάς που φέρνει το βούρκωμα. Ακούμπησε μηχανικά στις δυο γούβες των ματιών εκεί στο πλάι της μύτης. Τον δείκτη και τον μέσο. Πράγματι ήταν υγρές.
-Σα δε ντρέπομαι τριάντα χρονών γαϊδούρι να δακρύζω, μονολόγησε.
-Ε, ε, όχι και τριάντα. Το 12 είσαι γεννημένος. Αλλά έχεις δίκιο. Τόσα χρόνια το άλτερ έγκο σου ήταν ο αθέατος. Το ίδιο αθέατα έγιναν τα χρόνια σου και η ζωή σου.
-Σα να έχεις δίκιο.
-Ναι. Πάρε τώρα το αθέατο εγώ σου. Κάντο στρογγυλό σαν τόπι. Έτσι. Τώρα κύλα το. Κάνε τις ντρίπλες που ξέρεις. Με το καλό σου πόδι. Το αριστερό.
-Θα με ρεζιλέψεις κι άλλο;
-Τώρα κλώτσα το γερά. Εξαφάνισέ το. Ντούινκ. Τελειώνουμε. Γύρνα ξανά προς το φεγγάρι. Σήκωσε το δείκτη σ’ αυτό. Με το δεξί είπαμε. Ακούμπησέ το στη βάση του. Κλείσε το διακόπτη. Σβήνοντάς το κλείσε και τη ζωή σου εδώ πάνω. Γύρνα και πάτα με το αριστερό στο κεφαλόσκαλο και μπες με το δεξί. Το κακό σου πόδι. Μια το αριστερό μια το δεξί. Κομμάτια σου είναι. Άντε καληνύχτα. Τα λέμε το πρωί.
Σαν στάθηκε στην πύλη δεν είχε βγει ακόμα ο ήλιος. Έκανε το πρώτο βήμα προς την ελευθερία την ώρα που αυτός έσκαγε. Πρώτη του φορά εδώ πάνω βλέπει την ανατολή του. Θες το ζωηρό του φως θες τα χθεσινοβραδινά, αυτός στο απέναντι του δρόμου έβλεπε το θεατό να του χαμογελά. Έφερε τα χέρια στα μάτια τα έτριψε λίγο και κοίταξε ξανά εκεί. Κούνησε το κεφάλι του πικρά. «Σα βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα με περιμένει……. Οι δρόμοι θα’ ναι αδειανοί και η ……… πολιτεία μου πιο ξένη……. Μαρμαρωμένος θα σταθώ……….. κι’ οι φίλοι μου και οι εχτροί……. Ζητιάνοι εταίρες και προφήτες…….». Σ’ ευχαριστούμε ΝΙΟΝΙΟ!
Σήκωσε το χέρι του στην πρόταση έβαλε τα δυο δάκτυλα παράλληλα μεταξύ τους και στόχευσε να χωρέσει την μοναξιά του στη ρωγμή τους. Αλλοίμονο. Η ρωγμή των δακτύλων του ήταν μια χαραματιά στο κορμί της μοναξιάς του. Δε βαριέσαι, σκέφτηκε. Ο θεατός θα μου δείξει πώς να την κάνω μικρή. Κάτι θα σκεφτεί αυτός>.

*Ο Χρήστος Μοσχονάς είναι Καθηγητής Φυσικής Αγωγής.