Τελικά, τις θέλουμε τις επενδύσεις;

Του Γιάννη Ντόντου*

Πολύς λόγος γίνεται για τις επενδύσεις. Και λογικό είναι. Αν υπάρχει μία πιθανότητα να ξεκολλήσουμε από την ύφεση είναι να προσπαθήσουμε να φέρουμε φρέσκο χρήμα από το εξωτερικό. Όχι να το ανακυκλώνουμε μεταξύ μας με τυροπιτάδικα κ κομμωτήρια.

Η χώρα μας όμως, εχθρική και καχύποπτη σε κάθε αλλαγή, έχει μια σχέση αγάπης-μίσους με την ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Από την μία την θέλει διότι κινεί το χρήμα, δίνει θέσεις εργασίας, δίνει ΦΠΑ στο κράτος. Από την άλλη όμως, η σκέψη οτι κάποιος ιδιώτης θα βγάλει κέρδος είναι απεχθής σε πολλούς. Και περισσότερο απ όλους είναι απεχθής στο βαθύ ελληνικό κράτος.

Εμβληματική επένδυση στη χώρα μας ήταν αυτή της Cosco στον Πειραιά. Aν και έχει περάσει περίπου ένας χρόνος από την ολοκλήρωσή της, ξεχωρίζει ένα περιστατικό που αποδεικνύει το πόσο σιχαίνεται το ελληνικό κράτος κάθε πηγή χρήματος που δεν ελέγχει.

Ίσως αρκετοί θυμάστε οτι την επόμενη μέρα της εισαγωγής του νομοσχεδίου για κύρωση από τη Βουλή, οι Κινέζοι διαμαρτυρήθηκαν επειδή βρήκαν μερικές σημαντικές διαφορές στο νομοσχέδιο από το τελικό κείμενο συμφωνίας που είχαν συνυπογράψει με την κυβέρνηση λίγες μέρες πριν. Το περιστατικό μάλιστα το χαρακτήρισαν «δυσάρεστη έκπληξη» και «μονομερή ενέργεια». Αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι να θυμηθούμε τι αφορούσε τελικά αυτή η λαθροχειρία του υπουργείου.

Πριν διαβάσω αναλυτικά τις οικονομικές σελίδες των εφημερίδων της εποχής, είχα την αφέλεια να πιστεύω οτι η λαθροχειρία αφορούσε κάτι στο τίμημα, ή τις υποχρεώσεις των επενδυτών, πχ οτι θα τους βάζαμε να πληρώσουν περισσότερα, ή να κάνουν και κάποιες άλλες μικροεπενδύσεις εδώ. Ίσως να ήταν και κάτι που αφορούσε τα αντισταθμιστικά ωφέλη, πχ να φτιάξουν με έξτρα κόστος καμιά παιδική χαρά ή να πληρώσουν τη δενδροφύτευση σε κανα παρκάκι, ως δώρο προς την τοπική κοινωνία που θα τους φιλοξενήσει. Συνηθίζονται αυτά στις μεγάλες επενδύσεις. Αλλά ποιος φαντάζεται οτι το ελληνικό κράτος θα εξευτελιζόταν για μια παιδική χαρά στον Πειραιά;
Άρα τι αφορούσε η λαθροχειρία στο κείμενο του νόμου;

Τον έλεγχο της επένδυσης αφορούσε. Τον διαρκή έλεγχο από το ελληνικό κράτος αφορούσε. Όχι μια εφάπαξ αρπαχτή. Οι Κινέζοι είχαν εξαρχής έρθει διαβασμένοι στη χώρα μας. Φρόντισαν στη συμφωνία να υπάρχει πρόνοια ώστε κάθε νέο έργο για το οποίο θα υπέβαλλαν μελέτη προς έγκριση από ελληνικό δημόσιο, να τελεσιδικεί σε 90 μέρες το πολύ, ειδάλλως θα θεωρείται αυτομάτως εγκεκριμένη. Έτσι βέβαια το ελληνικό δημόσιο θα έχανε τη δυνατότητα να εκβιάζει με χρονοβόρες δικαστικές και άλλες γραφειοκρατικές διαδικασίες την Cosco. Το κράτος σκόπευε να έχει μονίμως απλωμένη τη χερούκλα του στο ξένο μαγαζί, ζητώντας δωράκια και απειλώντας τους Κινέζους με καθυστερήσεις από δασαρχεία, λιμεναρχεία και αρχαιολογικές υπηρεσίες. Και ακριβώς αυτή την παράγραφο επέλεξε το υπουργείο να αφαιρέσει από το νόμο που έφερε στη Βουλή. Διότι εκεί είναι η ουσία. Αυτό συν κάτι άλλες παρεμφερείς διατάξεις για διαγωνισμούς και προμήθειες, που το ελληνικό κράτος έχει ηθελημένα περιπλέξει για να δημιουργεί χρονοτριβές και ευκαιρίες για μαύρο χρήμα.

Για τον έλεγχο λοιπόν έγινε ότι έγινε. Για να διατηρήσει το βαθύ κράτος την εξουσία του. Για να συνδιοικεί. Για να ελέγχει τον πλούτο και τις εξελίξεις. Έτσι όπως έχει μάθει να κάνει δεκαετίες τώρα.

Τι απέμεινε από αυτή την ιστορία; Οτι το κράτος συμπεριφέρθηκε κουτοπόνηρα, σαν ερασιτέχνης τζογαδόρος που έπαιξε και έχασε. Ο υπουργός αφού δικαιολογήθηκε, αποδέχτηκε προφανώς την ένσταση των Κινέζων και διόρθωσε το νόμο, προκειμένου να μην τιναχθεί όλη η επένδυση στον αέρα. Ξεφτίλα; Σαφώς. Ούτε η πρώτη είναι, ούτε η τελευταία.
Όμως με τέτοιες νοοτροπίες, ακόμα μερικοί περιμένετε ξένες επενδύσεις;

*Ο Γιάννης Ντόντος είναι πολιτικός μηχανικός και μέλος του Ποταμιού