Κάθε μύθος κρύβει ένα κομμάτι ιστορίας μέσα του – Το ίδιο κάθε ιστορία, ένα κομμάτι μύθου…

Του Χρήστου Μοσχονά*
Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούσαν εκείνα τα χρόνια σαν θρύλος και μύθος αντάμα, όλα όσα έγιναν σ’ ένα ορεινό χωριό. Ίδια και απαράλλακτα όπως τα ομηρικά έπη. Λίγο πριν ή λίγο μετά το τέλος του εμφύλιου.
Τέσσερα παιδιά είχε, το ένα σιμά στο άλλο και τα άφησε να βγει στο βουνό αντάρτης για χάρη της λευτεριάς. Ήθελε να ανασαίνει καθαρό τον αέρα και ακηδεμόνευτο. Με τη θέλησή και τα πιστεύω του έφυγε, μέχρι που παρέμενε χωρίς αυτή και κόντρα σ’ αυτά. Είχε ακόμα ένα αδελφό σε αρραβώνα και τρεις αδελφές παντρεμένες στα γύρω χωριά. Έτσι ένα απόγευμα άρχισε να κατηφορίζει για να δει μάνα πατέρα γυναίκα παιδιά και αδέλφι. Μεσάνυχτα φτάνοντας άκουσε από το κονάκι του φωνές βλαστήμιες απειλές βογγητά και παρακάλια. Κοίταξε και είδε τον αδελφό ματωμένο και πεσμένο και έναν παρακρατικό να δέρνει τη γυναίκα του. Ξαδέλφι του ήταν από το σόι της μάνας του. Τα μικρά του τσίριζαν έχοντας τα προσωπάκια τους χωμένα στην απελπισία και στις παλάμες τους. Όλα όσα άκουγε ότι γινόταν και δεν το πίστευε, τα έβλεπε μπροστά του. Δεν άργησε. Του πέρασε το τσακί πάντα κι’ άλλη στο λαιμό. Ύστερα πήγε, ήβρε τον πατέρα του και του ζήτησε συχώριο. Ετοιμαζόταν να πάει να παραδοθεί μα τον είχε προλάβει ο μικρότερος. Τι σημασία έχει αν τον λέγαν Κωστή Παυλή Στρατή ή Γιάννη; Σημασία είχε η πράξη.
Τέσσερα στόματα τα μικρά και τέσσερα οι μεγάλοι ποιος θα τα τάιζε; Αυτός ήταν ένας άντε και μία η Ασήμω, η Φρόσω, η Νύσω, η Νάσω ή η Αργυρώ. Τι σημασία έχει αν θα τον περίμενε; Εκείνο που μέτραγε ήταν το ότι του έδωσε συχώριο και την ευχή της. «Τουλάχιστον να πας ευχαριστημένος και ήσυχος. Φονιάς δεν είσαι ούτε θύτης». Αυτή ήθελε και έγινε θύμα ψάχνοντας να βρει τρόπο να παγώσει το χρόνο.
Που να ήξεραν και που να τους είχε περάσει από το μυαλό τους πως από δω και μπρος θα γινόταν το κεντρικό πρόσωπο σε ένα μύθο; Σε μια ιστορία που στο διάβα των χρόνων ακούμπησε μια ψυχή ευαίσθητη κ’ αυτή την απέδωσε με μαλαματένια λόγια σε χαρτί ελεύθερη και αξόμπλιαστη; Πως άλλη μια ακόμα θα έβαζε σ’ αυτά, το δρόμο και τα χρώματα του ήχου και του ρυθμού και ακόμα μια άλλη θα την έκανε τραγούδι; Έτσι για να συνεχίσει στο πείσμα των καιρών και του χρόνου να μολογιέται να διαδίδεται και να τραγουδιέται. Να σεργιανά από στόμα σε στόμα σαν μια μικρή ιστορία, σαν ένας μεγάλος μύθος.
Ο ήρωας που ξεπετάχτηκε μέσα από τις περιγραφές και τις διαδρομές της ζωής θρονιάστηκε στις επιταγές των ηθών και των εθίμων, στις καρδιές όλου του βασανισμένου κόσμου, αφού ο φόνος για την τιμή είναι πιότερο αποδεκτός από το φόνο έγκλημα.
*Ο Χρήστος Μοσχονάς είναι Καθηγητής Φυσικής Αγωγής.