«Μεγάλος Αδελφός»: Διασταυρώσεις εξπρές σε τραπεζικές καταθέσεις και εισοδήματα

Από το «κόσκινο» του «Μεγάλου Αδελφού» της εφορίας θα περνούν τραπεζικές καταθέσεις και δηλωθέντα εισοδήματα. Το αυτοματοποιημένο σύστημα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που μπαίνει στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής είναι ήδη έτοιμο και λειτουργεί ήδη πιλοτικά.

Πρόκειται για την Εφαρμογή Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας, μέσω της οποίας θα αντλούνται από τους ελεγκτές της ΑΑΔΕ τα πρωτογενή δεδομένα που απέστειλαν τα πιστωτικά ιδρύματα σε ενιαίο κωδικολόγιο.

Ήδη, όπως ανέφερε ο πρόεδρος της ΑΑΔΕ, Γιώργος Πιτσιλής σε εκδήλωση του ΣΕΒ για τη φοροδιαφυγή  «έχουμε τρέξει το σύστημα σε πιλοτική λειτουργία, από την οποία δεν διαπιστώθηκαν αστοχίες στις παραμέτρους του λογισμικού, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις συναλλαγές των επενδυτικών προϊόντων μέσω των κινήσεων των καταθετικών λογαριασμών. Εξαιρούνται τα δάνεια απ’ όλες αυτές τις κινήσεις».

Πως θα λειτουργεί ο «Μεγάλος Αδελφός»

Το αυτοματοποιημένο σύστημα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων φτιάχτηκε από στελέχη της ΑΑΔΕ σε συνεργασία με τα πιστωτικά ιδρύματα. θα δουλεύει σε συγκεκριμένη βάση δεδομένων ως εξής:

  • Οι ελεγκτές-χρήστες του συστήματος θα αντλούν τα πρωτογενή δεδομένα που απέστειλαν οι τράπεζες σε ενιαίο κωδικολόγιο.
  • Τα δηλωθέντα εισοδήματα του ελεγχόμενου, για την περίοδο που ελέγχεται, ώστε όλα αυτά να μπουν σε μία αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων (τραπεζικών και φορολογικών) με τον προσδιορισμό των πρωτογενών καταθέσεων, για κάθε ελεγχόμενο, μέσω αυτοματοποιημένων ελεγκτικών εντολών, μέσω queries, ώστε να φτάνουμε σε αυτά που έχουν φορολογικό ενδιαφέρον για μας.
  • Το αποτέλεσμα των διαφορών που προκύπτουν, όπως εξήγησε ο κ. Πιτσιλής, συνιστά αρχική εκτίμηση ενδεχόμενων διαφορών μεταξύ πρωτογενών καταθέσεων και δηλωθέντων εσόδων και όχι ολοκληρωμένο έλεγχο, που προσδιορίζει ποσό για την έκδοση πράξεων προσδιορισμού φόρων, ενώ ταυτόχρονα η εξατομικευμένη χρήση της εφαρμογής από τους ελεγκτές της Α.Α.Δ.Ε συνιστά ελεγκτικό εργαλείο για την επίσπευση και αρτιότητα των διενεργούμενων ελέγχων.