«Καφετζή, κέρασέ τονε» | Στον απόηχο μιας άλλης εποχής στην Κρήτη

Σε περίοπτη θέση η μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου και κάμποσοι χάρτες. Στη μέση μια σόμπα που ανάβει. Και τριγύρω, άντρες με μουστάκια και ρυτιδωμένα πρόσωπα. Στα ορεινά χωριά το καφενείο δεν είναι επαγγελματική ενασχόληση αλλά κοινωνική λειτουργία. Αποτυπώνει και εκφράζει έναν ολόκληρο κόσμο, με τους κανόνες, το ήθος και τις ιδιαιτερότητές του…

Πριν από δύο χρόνια μια ομάδα νέων με ιδιαίτερη αγάπη στη φωτογραφία ξεκινήσαμε να αποτυπώνουμε τη ζωή, την παλιά και τη σύγχρονη, στα καφενεία της Κρήτης. Στις πόλεις, αλλά περισσότερο στα χωριά, εκεί όπου τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει ακόμη. Ύστερα από περιπλανήσεις πολλών μηνών κατανοήσαμε ότι είχαμε γίνει συλλέκτες εικόνων, στιγμιότυπων και εμπειριών. Τα καφενεία της Κρήτης αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην αδιερεύνητη ιστορία του ελληνικού καφενέ. Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, άγνωστοι εντελώς, σε καφενείο ορεινού χωριού του Ψηλορείτη φορτωμένοι με μηχανές και τρίποδα, ξαφνιαστήκαμε που δεν μας ρώτησε κανείς ούτε ποιοι είμαστε, ούτε τι θέλουμε. Απλώς έσπευσαν να «διατάξουν» το απαραίτητο κέρασμα. Διέκοψαν προς στιγμήν την «ασχολία» τους, τη συζήτηση, τα χαρτιά, το τάβλι, την εφημερίδα για να προφέρουν αυτές τις λέξεις που έμελλε να ακούσουμε δεκάδες ή και εκατοντάδες φορές στη συνέχεια:

-Καφετζή, κέρασέ τους…

Σιγά – σιγά καταλάβαμε γιατί δεν μας ρώτησαν τίποτα, παρά την έντονη περιέργειά τους να μάθουν. Ο ηλικιωμένος καφετζής άλλου ορεινού οικισμού άρχισε κάποτε να διηγείται πως στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, αλλά και στις δύσκολες εποχές που ακολούθησαν, το καφενείο του –κληρονομιά από τον πατέρα του– ήταν χώρος συνάντησης των ανταρτών. Κανείς δεν ρωτούσε κανέναν. Αλλά όλοι ήξεραν… Άλλοτε πάλι κατέφευγαν εκεί κατατρεγμένοι, καταδιωγμένοι ακόμη και για συνηθισμένα «εθιμικά» παραπτώματα. Ο νόμος της σιωπής κυριαρχούσε.

Διακόσμηση. Η μορφή του Βενιζέλου…

Είναι εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς τη διακόσμηση ενός κρητικού καφενείου. Πολλοί χάρτες διαφόρων περιοχών, ακόμη και παγκόσμιοι -αλλά περισσότερο της Κρήτης, παλιές και καινούργιες φωτογραφίες, μεγάλα κομπολόγια και διαφημιστικές αφίσες συμπληρώνουν τον διάκοσμο των εσωτερικών χώρων. Από τις φωτογραφίες μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέχει ακόμη εξέχουσα θέση. Αν και έχουν περάσει περισσότερα από 70 χρόνια από το θάνατό του, η μορφή του κυριαρχεί. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η φωτογραφία του «γέρου» (έτσι τον λένε) είναι κορνιζωμένη σε μεγάλο αριθμό καφενείων και σε περίοπτη θέση. Η μορφή του εξακολουθεί να θεωρείται στην Κρήτη το απόλυτο πρότυπο του πολιτικού. Σε μερικές φωτογραφίες εικονίζεται μαζί και ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Θα έλεγε κανείς ότι συνεχίζει να αποτελεί ορόσημο, ότι δεν είναι μόνο ιστορικό πρόσωπο αλλά και σύμβολο μαζί. Το διαπιστώνει κανείς αν παρακολουθήσει τη διαδικασία του κεράσματος. Στους καφενέδες των χωριών δεν υπάρχει μόνο ο «βαρύς γλυκός» ή ο «μέτριος» καφές, αλλά και… ο «βενιζελικός». Είναι απροσδιόριστης μορφής και γεύσης. Ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται όχι για να δηλώσει κάποια ειδική ποικιλία ή ποιότητα καφέ αλλά αντιθέτως για να δηλώσει ιδεολογικές προτιμήσεις.

Σε παλιά καφενεία συναντούμε ακόμη αφίσες ηθοποιών και ταινιών του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, λιθογραφίες όπως εκείνη του «πωλούντος τοις μετρητοίς» και του «πωλούντος επί πιστώσει» και άλλες. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα προβιομηχανικά εργαλεία του αγροτικού χώρου και εργαλεία που σχετίζονται με το ψήσιμο του καφέ. Ξύλινα άροτρα, εργαλεία αλωνίσματος και άλλα που παραπέμπουν αμέσως σε βιωμένες εμπειρίες. Αναρτώνται στους τοίχους ή τοποθετούνται σε κάποιο εμφανές σημείο του καφενείου. Τα παλιά ραδιόφωνα εξακολουθούν να αποτελούν πολύτιμα εκθέματα. Συχνά τα συναντάμε σκεπασμένα με κεντήματα. Ημερολόγια με διαφημίσεις τοπικών καταστημάτων και γεωργικών εφοδίων κατέχουν σημαντική θέση στη διακόσμηση των κρητικών καφενείων. Παρατηρούμε ακόμη ανηρτημένες ανακοινώσεις διαφόρων τύπων· του Δήμου, του ΟΓΑ, των τοπικών συμβουλίων, εκκλησιαστικές ανακοινώσεις, αναγγελίες πανηγυριών και εορτών. Πρέπει να παρατηρήσουμε, ακόμη, ότι οι παλαιοί τιμοκατάλογοι, μαυροπίνακες πάνω στους οποίους αναγράφονταν οι τιμές των προσφερόμενων ποτών, επανέρχονται ως στοιχεία που συνδέουν το σύγχρονο καφενείο με το παρελθόν του.

Η μορφή του κρητικού καφενέ είναι σχεδόν στερεότυπη. Το «τεζιάκι» σε κάποιαν άκρη είναι ο χώρος εργασίας του καφετζή. Είναι συνήθως κατάφορτο με μπουκάλια κρητικής τσικουδιάς, αν και τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγοι εκείνοι που στρέφονται προς το ουίσκι. Αναρωτιέται κανείς αν ο εκσυγχρονισμός σ’ αυτή τη χώρα είναι ταυτόσημος με τη μίμηση ξένων προτύπων – όχι χωρίς αντίδραση όμως: «Καλύτερα να το κλείσω το καφενείο. Να κόψω τα χέρια μου αν βάλω άλλο πράμα από ρακή στο μαγαζί μου», μας είπε ο αποφασισμένος καφετζής στο ημιορεινό Αβδού του Ηρακλείου.

Εθιμικοί κώδικες – Το κέρασμα

Στα καφενεία των ορεινών οικισμών συχνάζουν ακόμη ελάχιστοι από εκείνους που συντηρούν το κρητικό στερεότυπο: μεγάλα μουστάκια, μαύρο σαρίκι με κρόσσια που κατεβαίνουν στο μέτωπο, ακόμη και «γκιλότα», η εξέλιξη της παραδοσιακής κρητικής βράκας που δεν φοριέται πια. Η εικόνα ταιριάζει με το χαρακτήρα του κρητικού καφενέ. Το κέρασμα του ξένου, του διαβάτη ή του περαστικού είναι κανόνας απαράβατος. Η οικονομική στενότητα εκφράζεται με τη χαρακτηριστική φράση «αυτός δεν βγαίνει στο καφενείο γιατί δεν έχει να κεράσει». Ωστόσο, και το ίδιο το κέρασμα έχει τους δικούς του εθιμικούς κανόνες. Ο τρόπος που θα χαιρετήσουν οι θαμώνες τον κάθε καινουργιοφερμένο σε ένα καφενείο δείχνει και το βαθμό της αποδοχής του. Ωστόσο, η πλήρης αποδοχή και η ενσωμάτωση στην παρέα δηλώνεται κυρίως μέσα από το κέρασμα. Μπορεί να φαίνεται απλό, ωστόσο πρόκειται για μια διαδικασία σχεδόν τελετουργική που διέπεται από ιδιαίτερους κανόνες και τύπους.

Δεν είναι λίγες οι φορές που δημιουργούνται ή συντηρούνται παρεξηγήσεις από ένα κέρασμα. Όπως δεν είναι λίγες και οι φορές που ένα κέρασμα δίνει την αφορμή για λύση παρεξηγήσεων. Ο επισκέπτης είναι υποχρεωμένος να δεχτεί το κέρασμα· αν αρνηθεί την προσφορά, αυτό εκλαμβάνεται ως προσβολή, ως απόρριψη του προσώπου που κερνά. Δικαίωμα «κεράσματος», επομένως, έχει μόνον εκείνος που κάθεται ήδη στο καφενείο, ποτέ εκείνος που εισέρχεται.

Ωστόσο, το κρητικό καφενείο εξακολουθεί να είναι ο χώρος του «μοιράσματος». Δεν είναι λίγες οι φορές που καταλήγουν εκεί τα πρώτα φρούτα και τα πρώτα κηπευτικά της χρονιάς. Και τα μοιράζονται όλοι στην παρέα, συνήθως ως μεζέ της ρακής.

Στο κέντρο…

Τα καφενεία είναι συγκεντρωμένα εκεί που συναντώνται τα δίκτυα επικοινωνίας, σε πλατείες, σε κεντρικούς δρόμους, σε σημεία στα οποία συγκεντρώνεται κόσμος για διάφορους λόγους. Στον αγροτικό χώρο το φαινόμενο των κεντρικών καφενείων είναι σχεδόν καθολικό. Τα ελάχιστα παραδείγματα που μπορεί να συναντήσει κανείς σε άκρες οικισμών αιτιολογούνται με μια απλή χωροταξική παρατήρηση· είναι τα σημεία εισόδου στους οικισμούς ή τα σημεία αναχωρήσεων, συνήθως εκεί που βρίσκονταν (ή και βρίσκονται ακόμη) στάσεις λεωφορείων ή συγκεντρώνονται μόνιμες ή περιοδικές δραστηριότητες, όπως μπορεί να είναι, για παράδειγμα, κάποιο παζάρι. Αν δεν υπάρχει κεντρική πλατεία, το ρόλο του κέντρου παίζει ένας κεντρικός δρόμος. Εκεί βρίσκονται τα καφενεία, το ένα δίπλα στο άλλο. Από αυτόν διοχετεύονται όλες οι εξερχόμενες και οι εισερχόμενες δραστηριότητες στον οικισμό.

Στο καφενείο καταλήγουν όχι μόνον οι εξωτερικοί επισκέπτες, αλλά και κάθε πληροφορία που φτάνει στον οικισμό. Οι εξωτερικοί επισκέπτες μπορεί να είναι εμπορευόμενοι, ειδικευμένοι τεχνίτες που αναζητούν εργασία, ζητιάνοι, περαστικοί ή και τουρίστες, όπως άρχισε να συμβαίνει κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Όλοι αυτοί, φορείς πληροφοριών και ειδήσεων για τις προβιομηχανικές κοινωνίες με τα ελλιπή οδικά και συγκοινωνιακά δίκτυα, καταλήγουν στο καφενείο. Εκεί θα ασκήσουν την όποια δραστηριότητά τους, θα συζητήσουν, θα συνάψουν συμφωνίες μέχρι αργά το βράδυ. Οι θαμώνες συμμετέχουν σε ένα σύστημα ανταλλαγών πληροφοριών και απόψεων, ταυτόχρονα όμως καθιστούν αισθητή την παρουσία τους: «η αγορά – και το καφενείο που αποτελεί μέρος της – είναι χώροι του βλέμματος, της διερεύνησης, της εμφάνισης αλλά και της αποφυγής. Πηγαίνουμε για να δούμε και για να ειδωθούμε· και η παράστασή μας είναι μια δήλωση λιγότερο ή περισσότερο εμφατική της παρουσίας μας στον δημόσιο χώρο: είμαι παρών, φαίνομαι, φάνηκα, θα φανώ. Είναι χώροι που μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε, να παρακολουθούμε και να κατανοούμε τους αδιόρατους, συχνά, κυματισμούς των μικρογεγονότων και των καταστάσεων που συνιστούν την καθημερινότητα, στην κλίμακα του τόπου», θα σημειώσει ο καθηγητής Γ. Νικολακάκης.

Σε ένα βιωματικό κείμενο γραμμένο το 1965 ένας κρητικός συγγραφέας σημειώνει:

«Πολλές φορές μου τυχαίνει να θυμούμαι το Ντουκιάνι του χωριού μου. Θυμούμαι πως όποιοι κι αν περνούσανε από το χωριό, διαβατάρηδες, ξενοχωριανοί και πραματευτάδες από μακρινούς τόπους και γυρολόγοι και τζαμπάζηδες (ζωέμποροι) Μεσαρίτες, όλοι τους στο Ντουκιάνι ξέπεφταν στην αρχή. Εμπαίνανε μέσα κι αμέσως δίνονταν παραγγελιά από κάποιον χωριανό για κέρασμα. Ξεφόρτωναν τις πραμάτειες τους, κάθε λογής πράγμα – υφάσματα και έτοιμα ραμμένα ρούχα […] και οι Μαργαριτσανοί σταμνολαηνάδες, πιθάρια και κουρούπια και πλουμιστά σταμνολάινα…»

Ώρες λειτουργίας

Στα χωριά τα καφενεία διατηρούν το «παραδοσιακό» ωράριό τους. Επειδή οι καφετζήδες είναι μαζί και αγρότες εργάζονται στα χωράφια όλη τη μέρα και αργά το απόγευμα ανοίγουν τον επαγγελματικό τους χώρο. Είναι η ώρα της επιστροφής για όλους. Τα καφενεία αρχίζουν να γεμίζουν. Από τα μπουριά (καπνοδόχους) βγαίνουν καπνοί. Η μυρωδιά της οφτής πατάτας (ιδανικός ρακομεζές για το χειμώνα) ξεχύνεται παντού. Ακόμη και οι ηλικιωμένοι καφετζήδες, ακόμη και αυτοί που περνούν τα 80, δεν εννοούν να εγκαταλείψουν τις αγροτικές δραστηριότητές τους. Συναντήσαμε καφετζή που συνηθίζει να περιφέρεται για ώρες στα βουνά και να μαζεύει σταμναγκάθι και σαλιγκάρια. «Τα ζητούν οι πελάτες μου», λέει. Το ίδιο βράδυ πελάτες και καταστηματάρχης κάθονταν μαζί και έπιναν. Μια παρέα. Πάνω από το «τεζιάκι» άναβε ένα μικρό φουρνάκι. «Ειδικό για πατάτες», μας εξήγησε.

Σε άλλες περιπτώσεις, αναλόγως με τη φύση και τις συνήθειες της πελατείας, τα καφενεία ανοίγουν από νωρίς, έτοιμα να φιλοξενήσουν τους πιο πρωινούς τύπους. Το μεσημέρι οι δρόμοι αδειάζουν, οι ρυθμοί πέφτουν και ο καφετζής κλειδώνει το καφενείο του για να το ανοίξει και πάλι το βράδυ. Ωστόσο, τις Κυριακές και τις αργίες η πελατεία πολλαπλασιάζεται και έτσι το ωράριο παρατείνεται. Λίγο οι συγγενείς που επισκέπτονται τους δικούς τους στο χωριό, λίγο οι παρέες που σχηματίζονται μετά την εκκλησία, το άλλοτε μισοάδειο καφενείο σφύζει από ζωή.

Τα καφε – παντοπωλεία, τα καφεκρεοπωλεία και τα καφε-κουρεία

Ανάμεσα στις πιο σημαντικές μεταβολές που έχουν υποστεί τα καφενεία τα τελευταία χρόνια είναι η απώλεια του μικτού τους χαρακτήρα. Καφενεία – παντοπωλεία, καφενεία – κρεοπωλεία, καφενεία – κουρεία είναι μερικά μόνο από τα μικτά είδη που άνθησαν στην Κρήτη αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας.  Η συνήθεια να συνυπάρχει το καφενείο με κάποιο κουρείο μας είναι γνωστή από τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Σκαρλάτο Βυζάντιο, «μετά των καφενείων είναι πολλαχού ηνωμένα και τα κουρεία». Η συνήθεια αυτή φαίνεται να ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη και να επεκτάθηκε σταδιακά σε πολλές περιοχές της Αυτοκρατορίας. Είχε τόσο διαδοθεί μάλιστα, ώστε είχε δημιουργηθεί και η ιδιαίτερη συνήθεια να προσφέρεται καφές από τους κουρείς σε όλους τους πελάτες τους, ανεξαρτήτως από το αν η επαγγελματική δραστηριότητά τους ασκούνταν μέσα σε καφενείο ή όχι.

Σε μεγάλους οικισμούς, όπου λειτουργούσαν καφενεία με αρκετή πελατεία, τα σύνεργα του κουρέα καταλάμβαναν μια γωνιά, συνήθως απέναντι από το τεζιάκι, σε σχετικά απομονωμένο χώρο, και η δραστηριότητα αυτή ασκούνταν όχι από τον καφετζή αλλά από διαφορετικό πρόσωπο. Σε μικρούς οικισμούς καφετζής και κουρέας ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ο πελάτης που ήθελε καφέ ήξερε πως έπρεπε να περιμένει μέχρι να τελειώσει το κούρεμα άλλου πελάτη.

Το φαινόμενο της παράλληλης άσκησης δυο διαφορετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων από το ίδιο πρόσωπο μας βοηθά να κατανοήσουμε σε μεγάλο βαθμό το συνηθισμένο φαινόμενο των καφε-παντοπωλείων (και άλλων σύνθετων επαγγελματικών ενασχολήσεων) που αποτέλεσαν καθεστώς για την Κρήτη και για πολλές άλλες ελληνικές περιοχές. Στην Ελλάδα υπάρχουν τα αμιγή καφενεία, τα καφε-παντοπωλεία (στα οποία μπορούμε να κατατάξουμε και τις υπόλοιπες παράλληλες αλλά όχι συναφείς δραστηριότητες) και τα καφε-ζαχαροπλαστεία που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του ημιαστικού και του αστικού χώρου.

Ο καφετζής στο παράδειγμα της σύνθετης λειτουργίας είναι ταυτόχρονα και παντοπώλης ή κρεοπώλης. Συναντήσαμε ακόμη και καφενείο – υποδηματοποιείο που δεν λειτουργεί σήμερα. Στους μικρούς οικισμούς το ένα επάγγελμα δεν αρκούσε για επιβίωση και η ελληνική ευρηματικότητα ανακάλυψε αυτή τη σύνθεση. Θα πρέπει να προσέξουμε, όμως, μια σημαντική λεπτομέρεια: στον αγροτικό χώρο ο ιδιοκτήτης του καφενείου δεν είναι αποκλειστικά επαγγελματίας καφετζής. Μοιράζει τη δραστηριότητά του ανάμεσα στα χωράφια και στο καφενείο, το οποίο συμπληρώνει το εισόδημά του.

Σήμερα λειτουργούν αρκετές δεκάδες κατάλοιπα αυτού του παλαιότερου είδους, του μικτού τύπου καφενείου – παντοπωλείου, συνήθως από ηλικιωμένους επαγγελματίες.

Στη λογική των μετασχηματισμών

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται στα μεγάλα χωριά μια σημαντική μεταβολή στη δομή και στη λειτουργία του καφενείου. Ακόμη και στους πιο μικρούς οικισμούς ο εκσυγχρονισμός εισβάλλει με μεγάλη ταχύτητα. Το παλιό καφενείο χάνει τον χαρακτήρα που είχε μέχρι σήμερα. Χάνει τη γνησιότητα και την παραδοσιακότητα που το συνόδευε τώρα και μερικές εκατοντάδες χρόνια. Και, παράλληλα, επιζητείται να εκσυγχρονιστεί. Σιγά–σιγά οι παλιές ξύλινες καρέκλες αντικαθίστανται με μεγαλύτερες, κάποιες φορές με πλαστικές, τα τραπέζια είναι πιο χαμηλά, συχνά γυάλινα. Η τηλεόραση παύει πλέον να παίζει δευτερεύοντα ρόλο καθώς μεγαλώνει σε μέγεθος και εμπλουτίζεται με δορυφορική κεραία. Η μουσική που ακούγεται από τα υπερσύγχρονα μεγάφωνα μόνο παραδοσιακή που δεν είναι.

Όμως οι αλλαγές δεν αφορούν μόνο στα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Ο καφές δεν είναι πια αποκλειστικά «ελληνικός» ή «τούρκικος». Μηχανές καπουτσίνο και εσπρέσο χρησιμοποιούνται κατά κόρον. Και το οινοπνευματώδες ποτό δεν είναι πια αποκλειστικά η τσικουδιά. Το ουίσκι καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερη θέση. Ακόμη και οι παλιές ονομασίες αλλάζουν. Τώρα οι επιγραφές είναι συνήθως ξενόγλωσσες.

Δίπλα σε αυτά τα καινούργια καταστήματα – καφετέριες σώζονται τα έρημα παλιά καφενεία. Άλλα είναι αποθήκες, άλλα διατηρούν τον παλιό εξοπλισμό ή τμήμα απ’ αυτόν, αλλά φαίνεται με την πρώτη ματιά ότι έχουν χρόνια να λειτουργήσουν… Οι παλιές ταμπέλες που τρίζουν με τον νοτιά, οι στοιβαγμένες καρέκλες, οι σκονισμένες πόρτες και τα σπασμένα τζάμια ίσως και να μαρτυρούν το τέλος μιας εποχής.

 

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτός ο πολιτισμός χάνεται μέρα με τη μέρα. Χωριά που ρημάζουν, καφενεία που κλείνουν, επιγραφές που παραμένουν σαν μάρτυρες μιας ζωής περασμένης. «Καφενείον η Συνάντησις», «Η Ομόνοια», «Η καλή καρδιά», ή απλά το όνομα του ιδιοκτήτη. Στους μικρούς ορεινούς οικισμούς οι ιδιοκτήτες των καφενείων είναι υπερήλικες. 70, 80, 90 ή και περισσοτέρων ετών, όπως και η πελατεία τους. Αναρωτιέται κανείς αν είναι επαγγελματίες ή αν συνεχίζουν απλώς τις καθημερινές συνήθειες της νεότητας. Ωστόσο, δεν δυσκολεύεται να καταλάβει πως ο κόσμος ενός τέτοιου καφενείου είναι απλώς μια φιλική παρέα.

Έτσι περνούν οι χειμώνες. Γύρω από μια σόμπα που ανάβει, έναν καφέ ή ένα τσάι που αχνίζει και τα ζάρια που χτυπούν ακατάπαυστα στο τάβλι. Σε κάποιαν άκρη είναι μόνιμα ανοιχτή η τηλεόραση, όμως η κυριαρχία της περιορίζεται στην ώρα των ειδήσεων. Οι άλλες ώρες ανήκουν στη συντροφιά. Στην παρέα, στις κουβέντες, στα πειράγματα, στα ανέκδοτα. Και όταν ανοίγει η πόρτα και μπαίνει κάποιος καινούριος στον καφενέ, ντόπιος ή ξένος, γνωστός ή άγνωστος, ακούγεται η απρόσμενη φωνή που καθρεφτίζει το κρητικό ήθος, δηλαδή ολόκληρο τον κόσμο του καφενείου: «Καφετζή, κέρασέ τονε».

Κείμενο: Έφη Ψιλάκη

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Explore Nature της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ, τ. 20)