Αλήθεια τώρα, θέλουμε να γίνει;

Του Χρήστου Γιαννακόπουλου* 

Αν πρέπει να συνοψίσουμε με ελάχιστα λόγια τόσες δεκαετίες αναποτελεσματικών προσπαθειών να λυθεί το Ισραηλοπαλεστινιακό ζήτημα, φτάνει να πούμε: Επικρατούν πάντα, εκατέρωθεν, οι ακραίες φωνές. Είναι ιστορικά προφανές.

Και όλοι γνωρίζουμε πόσο εύκολο είναι να επικρατήσουν οι ακραίες φωνές όταν το εγχείρημα είναι δύσκολο αλλά και πολύ σπουδαίο, τόσο σπουδαίο, που αν πετύχει, οι ακραίοι θα περάσουν στο περιθώριο. Το τέχνασμα είναι απλό: ρίχνουν λάδι στη φωτιά, προκαλούν, δίνουν λαβή στους απέναντι ακραίους να κάνουν το ίδιο, η φωτιά φουντώνει… Περνάει πολύς καιρός ώσπου οι συνετοί να βρουν τις αναγκαίες ηθικές και πνευματικές δυνάμεις για να επιχειρήσουν ξανά. Και βρίσκονται πάντα αντιμέτωποι με τη χόβολη της καχυποψίας και της αδιαλλαξίας.

Η δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα ευρωπαϊστών/προοδευτικών/μεταρρυθμιστών (πρέπει να προσέχουμε πλέον τις λέξεις), που θα καλύπτει το τεράστιο και αδικαιολόγητο κενό ανάμεσα στον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό και κρατισμό, η δημιουργία εκείνου του φορέα που θα είναι σε θέση να βγάλει τη χώρα από τα αδιέξοδα του παρελθόντος αλλά και να την οδηγήσει στη νέα Ευρώπη που δειλά δειλά ανασυγκροτείται, τείνει να εξελιχτεί σε κακόγουστο πολιτικό δυστοπικό σήριαλ. Και είναι εμφανές ότι η βασική αιτία είναι η επικράτηση των ανένδοτων, δήθεν,  φωνών και των προσωπικών τους επιδιώξεων.

Φυσικά και υπάρχουν επί μέρους διαδικαστικά και πολιτικά προβλήματα. Όμως γνωρίζουμε όλοι, ότι οι μετριοπαθείς και ανεκτικοί άνθρωποι, αυτοί που έχουν σαν αρχή τους να ακούνε και να μοιράζονται, ξέρουν πολύ καλά πως να ξεπερνούνε τέτοια επί μέρους προβλήματα, απλά γιατί τα όποια προβλήματα μιας πρωταρχικής φάσης, στην φάση της υλοποίησης απλά δεν θα υπάρχουν, αφού οποιοδήποτε εγχείρημα καλής θέλησης γίνεται σύντομα λειτουργικό, γίνεται ο κοινός τόπος συνέργειας συνετών ανθρώπων που επιδιώκουν λύσεις και όχι επιβεβαίωση των ιδεολογικών (ψυχολογικών) τους εμμονών.

Πρέπει λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, ο καθένας μας ξεχωριστά να απαντήσει στο κομβικό ερώτημα: εγώ θέλω να γίνει;

Όσοι, για τους λόγους τους, δεν το πιστεύουν και δεν το θέλουν, ας επιδείξουν σεβασμό στις κοινωνικές διαδικασίες, ας αποχωρίσουν οικειοθελώς, ας θεωρήσουν το αυτονόητο: ότι δεν τους αφορά. Μπορούν κάλλιστα να καλλιεργήσουν την καθαρότητά τους μακριά από τους κολασμένους που θέλουμε έναν κοινό πολιτικό φορέα, ικανό, όχι μόνο στα λόγια, να τα αλλάξει όλα.

Όσοι από εμάς το θέλουμε, πρέπει να αντιληφθούμε το επείγον αλλά και την ιστορική αναγκαιότητα του εγχειρήματος. Αλλά για να το πετύχουμε πρέπει, αρχικά, να περιθωριοποιήσουμε τις ακραίες φωνές, τους πολέμιους της κοινής λογικής, αυτούς που δεν αντιλαμβάνονται παρά μόνο τη δικιά τους υποκειμενική και αυτάρεσκη αλήθεια που ηδονίζεται να βάζει συνεχώς εμπόδια στη κοινή προσπάθεια για το κοινό καλό, που είναι και η βασική αρχή της πολιτικής. Αρχίζοντας από τους συναγωνιστές μας και τους φίλους μας, όλους αυτούς τους πιο κοντινούς με τους οποίους καθημερινά συζητάμε και μάθαμε να διαβάζουμε πίσω από την μάσκα τους της δήθεν ιδεολογικής καθαρότητας, το πραγματικό πρόσωπο ενός ιδιόρρυθμου πολιτικού ναρκισσισμού. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να υπονοήσουν ότι αυτοί δεν φταίνε σε τίποτα για τα τωρινά, πως είναι καθαροί, μια νέα ομάδα ηθικού πλεονεκτήματος που ρίχνει όλες τις ευθύνες στο πολιτικό σύστημα διαχωρίζοντάς το από τον αγαθό λαό, λες και δεν βρισκόμασταν σε δημοκρατία. Όμως κάποτε όλοι με κάποιο κόμμα ήμασταν και ήμασταν όλοι λάθος! Και ήταν πιο λάθος αυτοί που δεν ήταν με κανενός κόμματος την ευθύνη και λειτουργούσαν σαν ιδιώτες καιροσκόποι. Όπως και τώρα.

*Ο Χρήστος Γιαννακόπουλος είναι Καθηγητής Ιταλικών και Μέλος στο Ποτάμι