Ακόμα και τώρα η έγνοια σου ρε μάνα

Του Χρήστου Μοσχονά*

Παρά το γαϊδουρινό μου φέρσιμο ρε μάνα, την έγνοια σου έστω και μια σταλιά την είχα. Έτσι να με κρατάει στη ζωή μάχιμο. Έναν απόμαχο μάχιμο. Σήμερα κλείνουν πέντε χρόνια απ’ όταν γέρασα. Απ’ όταν μου την στέρησες. Πάντα μάνα όταν μου φαίνεται πως σε ακούω μου γεμίζεις τα μάτια. Σε παρακαλώ να το κάνεις συχνότερα!

«Μέρα Μαγιού απόγευμα με βρίσκει στην Αγριλιά, ρε μάνα, να πίνω τον καφέ μου κάτω από τη μανόλια που είχες φυτέψει όπως μολογούσες τη χρονιά που γεννήθηκα. Την είχε φέρει η νουνά μου μαζί με το ασήμωμα. 67 χρόνια και δυο μήνες ακριβώς μετά από τότε. Εκεί που με το πέρασμα των χρόνων με κερνούσες το γλυκύ βραστό και σε χοντρό όποτε ερχόμουν να σε δω. Χωρίς το παραμικρό παράπονο στα χείλη. Μόνο στη ματιά σου, ρε μάνα, που μου έλεγε πολλά. Θα θυμάσαι, είχε γίνει τεράστια από όταν ζούσες. Είναι και τώρα ολάνθιστη και τα μεγάλα κάτασπρα λουλούδια της σκορπούν ένα γύρω εκείνο το εκλεπτυσμένο άρωμα. Κάτι μεταξύ γαρδένιας και κρίνου. Ένα άρωμα που απλώνεται ήρεμα και επίμονα σαν την μπασά. Να σκεπάσει τα πάντα. Σα να’ ναι τώρα σε βλέπω να το ρουφάς με αγαλλίαση. Την εποχή που έφυγα έδωσες στη γυναίκα μου ένα γλαστράκι με Φρέζια κίτρινη γιατί ήξερες ότι ήταν το λουλούδι που μου άρεσε. «Φρόντιζέ το με τα χεράκια σου, της είπες. Θα είναι σαν να μου τον φροντίζεις». Άντεξε περίπου δέκα χρόνια.

Τα πρώτα χρόνια ρε μάνα η μανόλια αρνιόταν επίμονα, σαν κι εσένα, να ψηλώσει. Με έπαιρνες τα καλοκαιριάτικα απογεύματα και κατεβαίναμε στον άμπλα, γιατί φοβόσουν τα φίδια, να φέρουμε νεράκι να ξεδιψάσει. Όταν έκανε τα πρώτα άνθη ήταν πια δεκάχρονη παιδούλα και εσύ καβαντζάριζες τα σαράντα. Ήταν επτά. Με κάθισες κάτω και μου είπες. «Επτά οι μέρες της δημιουργίας, επτά οι μέρες της εβδομάδος, επτά και τα θαύματα. Θα είναι ευλογημένο δέντρο». Ύστερα τα άνθη έγιναν είκοσι, τριάντα, πενήντα, εκατό και τα δικά σου χρόνια έφτασαν τα ενενήντα δύο μέχρι που έφυγες. Μου τηλεφωνούσες και μου έλεγες, «Χριστάκ, η μανόλια άνθισε δε θα’ρθς για καφέ»; Μπορούσα να αρνηθώ; Τι σημασία είχε αν υπήρχαν πρωταθλήματα σχολικά και διασυλλογικά; Τώρα το δέντρο μάνα το τρώει η ερημιά. Ψήλωσε κ’ άλλο μα στο κορμό του είναι τυλιγμένοι κισσοί. Βρήκαν την ευκαιρία πέντε χρόνια μετά και βάλθηκαν να το πνίξουν. Το φύτεψες να το χαίρεσαι και τώρα που είναι γεμάτο λουλούδια εσύ λείπεις. Ναι, σαν να τ’ ακούω που’ λεγες. « Θα γινς και συ, μα ιγώ δε θα υπάρχου» και αναρωτιόμουν για ποιον το λες.

Αυτό όμως στέλνει το άρωμά του ψηλά. Το μυρίζεσαι ρε μάνα; Φτάνει κει πάνω η μοσχοβολιά; Σήκωσα τη ματιά μου σα πάνω, κατά τα μέρη σου. Πρέπει να με άκουσες γιατί δεν εξηγείται αλλιώς το ελαφρύ αεράκι που κούνησε τα κλαδιά της και έριξε ένα σέπαλο πλάι στο ποτήρι μου. Ακόμα και τώρα στην έγνοια σου, να μη μου λείψει τίποτα! Ούτε καν και η απάντηση».

*Απόσπασμα από την Τριλογία του Αλμυρά.